ἠόνιος

ἠόνιος
ἠόνιος, η, ον, [var] contr. from ἠϊόνιος,
A on the shore,

σῶμα AP7.383

(Phil.); ψάμμος ib.365 (Zonas or Diod.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ηόνιος — ᾐόνιος, ίη, ον (Α) (συνηρ. τ. τού ἠιόνιος) αυτός που βρίσκεται πάνω στην ακτή …   Dictionary of Greek

  • ἠιονίων — ᾐόνιος fem gen pl ᾐόνιος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾐονίην — ᾐόνιος fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠιόνιον — ᾐόνιον , αἰονάω moisten imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) ᾐόνιον , αἰονάω moisten imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) ᾐόνιος masc acc sg ᾐόνιος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”